Τρίτη 6 Σεπτεμβρίου 2016

Γιώτα Γιάννα, με μιά φυσαρμόνικα...


Η Γιώτα Γιάννα είναι Ελληνίδα τραγουδίστρια με παρουσία στα ελληνικά μουσικά δρώμενα άνω των πενήντα ετών. Έχει τραγουδήσει σε κέντρα της Αθήνας ερμηνεύοντας κομμάτια που έγιναν γνωστά από άλλους μεγάλους Έλληνες τραγουδιστές όπως η Μαρινέλλα, ο Πουλόπουλος, ο Νταλάρας, η Δούκισσα, ο Βοσκόπουλος και άλλων.

Την έχουν χαρακτηρίσει «η Ελληνίδα Τζάνις Τζόπλιν», «η Πασιονάρια της Εθνικής οδού» (κατά τον Μάνο Χατζιδάκι), ερμηνεύτρια που «αρπάζει το τραγούδι απʼ τα μαλλιά και το κάνει ολοδικό της» (σύμφωνα με τη Λένα Πλάτωνος)[1].

Ξεκίνησε παίζοντας φυσαρμόνικα δίπλα στη Σοφία Βέμπο[2]. Μέχρι τα ογδόντα της δεν είχε κυκλοφορήσει δίσκο[3], αλλά ήταν πολύ γνωστή, κυρίως στο Αθηναϊκό κοινό[4], από τις εμφανίσεις της στα μουσικά μαγαζιά της Πλάκας και σε Νυχτερινά Κέντρα της Εθνικής οδού.
el.wikipedia.

 Ο πρώτος της δίσκος είχε τίτλο «Τα μάτια της Γιώτας Γιάννα» και κυκλοφόρησε το 2013

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Την είδα, πίσω από το τζάμι, να έρχεται περνώντας κάθετα τη λεωφόρο. Το ραντεβού μας ήταν σ' αυτό το σαλόνι του ξενοδοχείου. Αριστερά, μπαίνοντας, ήταν το μπαρ. Ο ήλιος την ανάγκαζε να φοράει γυαλιά. Κάθισε στην καρέκλα κι ακούμπησε την τσάντα της δίπλα. Άνοιξε την ταμπακιέρα κι έβαλε το τσιγάρο στο στόμα, χωρίς να το καπνίζει. Η υπερβολική ζέστη δεν την εμπόδιζε να δείχνει τα αισθήματά της -τη θερμότητά της- που ήταν κάτι σπάνιο. Παρήγγειλε μπύρα. Άκουγα γι' αυτήν, το 1972, ότι κάθε βράδυ γεμίζει ένα υπόγειο στην Πλάκα. Εκεί τραγουδούσε. Χαμός να μπεις. Την είδα για πρώτη φορά στο σπίτι της Καίτης Γκρέϋ, πολύ αργότερα, ένα βράδυ. Κάθονταν στην καρέκλα της σοβαρή, απόμακρη. Τιμούσε, ως κωφό ή βωβό πρόσωπο, την εορτάζουσα. Στη φρουρά της. Της άναψα το τσιγάρο. Άρχισε με σταθερή φωνή.
ΓΙΩΤΑ ΓΙΑΝΝΑ: Δεν καπνίζω. Δεν είμαι καπνίστρια. Είναι η ταμπακιέρα και η μάρκα του Δημήτρη. Δεν τον αποχωρίζομαι ποτέ. Το '74, δέκα εννιά χρονών χάθηκε στην Κύπρο. Μπήκε στη μάχη, δέκα εννιά χρονών, τι να κάνανε; Δεν πήγα ποτέ. Δεν το αντέχω. Βάζω το τσιγάρο στο στόμα. Κάνω την κίνηση. Κι αν ανάψω τσιγάρο, δεν πάω τον καπνό κάτω. Γι' αυτό έχω φωνή ακόμα. Ποτέ δε σταμάτησα το τσιγάρο του Δημήτρη. Το κρατώ. Τον αισθάνομαι εδώ.
Γεννήθηκα μια μέρα που 'βρεχε. Που 'βρεχε μονότονα. Όπως στο τραγούδι. Το τραγούδαγα. Εδώ, απέναντι από την Αγία Τριάδα στους Αμπελόκηπους, μεγάλωσα. Εξαιρετική γειτονιά. Ωραίοι άνθρωποι. Η μητέρα μου ήταν από τη Μικρά Ασία. Την έχασα, σχεδόν, μόλις γεννήθηκα. Δεν τη γνώρισα. Τη φαντάστηκα από τον πατέρα μου όταν μιλούσε γι' αυτήν, από τις φωτογραφίες στο σαλόνι. Ελένη την έλεγαν. Ο πατέρας μου, ο Αποστόλης, ήταν Θεσσαλός. Παντρεύτηκε μια γυναίκα κι έκανε μαζί της δύο παιδιά τον Γιάννη, τον Δημήτρη που χάσαμε. Με ρώτησε για να ξαναπαντρευτεί. Η νέα μάνα μου Ευγενία, ήταν καλότατη μαζί μου. Σαν να με γέννησε η ίδια. Το ίδιο και τα νέα αδέλφια μου. Δούλευε σε ταξί ο πατέρας. Πέθανε νέος. Ξαναπαντρεύτηκε η νέα μάνα μου· ήταν πολύ πιο νέα από κείνον.
Ήμουν πάντα αδύνατη. Δεν τρώω κρέας. Ποτέ. Αγαπώ τις σαλάτες. Τα λαδερά. Το τυρί. Κάνω ποδήλατο. Οι ταξιτζήδες με γνωρίζουν. "Γειά σου, Γιωτάρα", φωνάζουν. Όταν περνώ. Πάνω στη σέλα μου. Κι εδώ στα Μεσόγεια. Δεν οδήγησα ποτέ. Με ταξί και τις δημόσιες συγκοινωνίες κινούμαι. Θέλω να βλέπω ανθρώπους, όψεις, ψυχές. Μέχρι να κλείσω τα μάτια. Όπου δε θα βλέπω. [...] (Από την έκδοση)  http://www.politeianet.gr/books

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...